Ένα σκοτεινό δίκτυο που εκβίαζε παιδιά, υπέκλεπτε υλικό σεξουαλικής κακοποίησης και τα εξωθούσε σε ακραίους αυτοτραυματισμούς αποδόμησε η Δίωξη Κυβερνοεγκλήματος, ρίχνοντας φως σε μια από τις πιο ανατριχιαστικές υποθέσεις του ελληνικού διαδικτύου.

Η επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Αιγίς» ανέδειξε για ακόμη μία φορά το βάθος της διαδικτυακής απειλής, οδηγώντας σε μπαράζ συλλήψεων σε επτά διαφορετικές περιοχές της χώρας.

Η συντονισμένη δράση της Διεύθυνσης Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος και της Υποδιεύθυνσης Βορείου Ελλάδος ξεδιπλώθηκε από τις 11 έως τις 26 Ιουνίου 2026. Οι αστυνομικοί προχώρησαν στη σύλληψη τεσσάρων ατόμων, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονται και δύο ανήλικοι, ενώ παράλληλα σχημάτισαν δικογραφίες για ακόμη τρία πρόσωπα.

Η αρχή του νήματος ξετυλίχθηκε έπειτα από ενδελεχή ψηφιακή ανάλυση και αξιοποίηση κρίσιμων πληροφοριών που έφτασαν στη χώρα μας από ξένες Αρχές μέσω της διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας.

Χρησιμοποιώντας εξειδικευμένα εργαλεία, οι ερευνητές ταυτοποίησαν χρήστες στην ελληνική επικράτεια που κατείχαν και διαμοίραζαν αρχεία με υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. 

Οι εφόδοι έγιναν ταυτόχρονα σε σπίτια σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Άμφισσα, Ηράκλειο Κρήτης, Σαντορίνη και Ξάνθη.

Με τη συνδρομή των τοπικών αστυνομικών Υπηρεσιών και την παρουσία δικαστικών λειτουργών, οι Αρχές κατάσχεσαν δέκα κινητά τηλέφωνα, τέσσερις κάρτες SIM, δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δύο φορητούς υπολογιστές, ένα tablet, σκληρούς δίσκους και κάρτες μνήμης.

Στις συσκευές των συλληφθέντων εντοπίστηκε πλήθος κακοποιητικών αρχείων, ενώ στα ευρήματα των δύο ανήλικων κατηγορουμένων βρέθηκε επιπλέον υλικό με πράξεις αυτοτραυματισμού.

Η νέα αυτή επιχείρηση έρχεται να προστεθεί σε ένα αντίστοιχο χτύπημα που σημειώθηκε νωρίτερα τον Ιούνιο, όταν οι Αρχές πέρασαν χειροπέδες σε δύο 17χρονους για πορνογραφία ανηλίκων.

Εκείνη η έρευνα είχε στηριχθεί στην κομβική συνεργασία με το NCMEC και τη Homeland Security Investigation των Η.Π.Α. Όπως προέκυψε, οι συγκεκριμένοι χρήστες διαχειρίζονταν λογαριασμούς στα social media μέσω των οποίων εκβίαζαν ανήλικα κορίτσια για να τους αποσπάσουν πορνογραφικό υλικό.

Η δράση τους όμως δεν σταματούσε εκεί. Τα μέλη του δικτύου ασκούσαν αφόρητη ψυχολογική πίεση στα θύματά τους, παροτρύνοντάς τα να χαράξουν στο σώμα τους τα ονόματα ή τα ψευδώνυμα των δραστών.

Το προανακριτικό υλικό έδειξε σοβαρές ενδείξεις σύνδεσης με μια εξτρεμιστική και σαδιστική ομάδα η οποία δρα διεθνώς, στοχοποιώντας παιδιά με σκοπό τον εξαναγκασμό τους σε παραγωγή υλικού κακοποίησης και την ώθησή τους σε αυτοκαταστροφικές ενέργειες.

Για τη διαλεύκανση εκείνης της πτυχής της υπόθεσης είχε πραγματοποιηθεί συντονισμένη έρευνα το πρωί της Πέμπτης 18 Ιουνίου 2026. Κλιμάκια της Δίωξης στο Ηράκλειο Κρήτης, με τη συνδρομή του Αστυνομικού Τμήματος Μαλεβιζίου, καθώς και αστυνομικοί στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποίησαν έρευνες στα σπίτια των εμπλεκομένων. Στα ψηφιακά πειστήρια που κατασχέθηκαν τότε, εντοπίστηκαν ξανά βίντεο σεξουαλικής κακοποίησης και υλικό αυτοτραυματισμού.

Όλα τα ψηφιακά ευρήματα και από τις δύο μεγάλες επιχειρήσεις έχουν αποσταλεί στη Διεύθυνση και την Υποδιεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος για διεξοδική εργαστηριακή εξέταση.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στις αρμόδιες εισαγγελικές Αρχές όπου αντιμετωπίζουν κακουργηματικές διώξεις και παραπέμφθηκαν σε κύρια ανάκριση, ενώ οι δικογραφίες για τα υπόλοιπα τρία άτομα θα ακολουθήσουν την τακτική διαδικασία.