Τα εμβληματικά ξενοδοχεία Ξενία, που κάποτε ταυτίστηκαν με την αρχιτεκτονική πρωτοπορία και την τουριστική ταυτότητα της Ελλάδας, βγαίνουν οριστικά από τη φθορά του χρόνου και μετατρέπονται ξανά σε ισχυρούς πόλους ανάπτυξης.

Η Ελληνική Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ανεβάζει ταχύτητες το 2026, δρομολογώντας ένα φιλόδοξο σχέδιο αξιοποίησης που στρέφει το ενδιαφέρον σε προορισμούς εκτός του μαζικού τουρισμού, με το ιστορικό Ξενία της Δράμας και το Ξενία της Κομοτηνής να βρίσκονται ήδη στην πρώτη γραμμή του νέου σχεδιασμού.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΑΠΕ-ΜΠΕ και της Νικόλ Καζαντζίδου, η αναβίωση του δικτύου δεν αφορά απλώς την ανακαίνιση εγκαταλελειμμένων κτιρίων, αλλά την προώθηση του λεγόμενου slow tourism. Η φιλοσοφία πλέον εστιάζει σε έναν πιο ουσιαστικό τρόπο ταξιδιού που συνδέεται άρρηκτα με την τοπική ταυτότητα. Αυτή τη στιγμή, η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου διαχειρίζεται ένα χαρτοφυλάκιο 29 ακινήτων και τουριστικών περιπτέρων, εκ των οποίων τα 13 είναι ήδη μισθωμένα, τέσσερα βρίσκονται σε φάση υπογραφής συμβάσεων και τα υπόλοιπα προετοιμάζονται εντατικά για διαγωνισμούς.

Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας, Ηρώ Χατζηγεωργίου, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ξεκαθαρίζει ότι τα τελευταία τρία χρόνια η στρατηγική εφαρμόζεται με απόλυτο σεβασμό στην πολιτιστική αξία των κτιρίων. Όπως επισημαίνει η ίδια, μόνο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 προχώρησαν επτά έργα μέσω συμβάσεων και νέων διαγωνισμών, ενώ το σχέδιο θα συνεχιστεί δυναμικά και το 2027, με στόχο κάθε Ξενία να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά για να εξυπηρετήσει είτε τουριστικές είτε τοπικές ανάγκες.

Σε ό,τι αφορά τον προγραμματισμό μέχρι το τέλος του 2026, το επίκεντρο μεταφέρεται στη Βόρεια Ελλάδα και την Πελοπόννησο, καθώς αναμένεται ο διαγωνισμός για το Ξενία Δράμας και τον Ξενώνα Καλεντζίου στην Αχαΐα. Παράλληλα, έχουν ήδη δρομολογηθεί διαγωνισμοί για το Ξενία Βυτίνας, το Ξενία Κοζάνης, αλλά και το Ξενία Κομοτηνής, το οποίο λειτουργούσε ως ξενοδοχείο τριών αστέρων μέχρι το 2013.

Η δυναμική του εγχειρήματος αποτυπώνεται στα εντυπωσιακά τιμήματα των νέων μισθώσεων που αναδεικνύουν το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον. Η σύμβαση για το Ξενία Ουρανούπολης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Περικλή Σακελλάριου, έκλεισε στα 826.875 ευρώ ετησίως για 30 χρόνια, ενώ το Ξενία Καρτερού στο Ηράκλειο, έργο του Άρη Κωνσταντινίδη, εξασφάλισε μίσθωμα 715.660 ευρώ τον χρόνο.

Βέβαια, τα μοντέλα αξιοποίησης διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή. Ενώ προορισμοί όπως η Αράχωβα, όπου οι εργασίες μπαίνουν στην τελική ευθεία, και η Πορταριά εστιάζουν στην πολυτελή φιλοξενία, υπάρχουν περιπτώσεις με διαφορετικό πρόσημο. Το Ξενία Μυτιλήνης παραχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το Ξενία Άνδρου στον οικείο δήμο, αποκτώντας ενεργό κοινωνικό ρόλο. Στον αντίποδα, το Ξενία Ηγουμενίτσας απαιτεί πλέον επανασχεδιασμό, καθώς η προηγούμενη παραχώρηση δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.

Όλη αυτή η κινητικότητα φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα από τα πιο επιτυχημένα εθνικά project της μεταπολεμικής περιόδου. Από τη δεκαετία του 1950 έως τα τέλη του 1960, ο ΕΟΤ δημιούργησε πάνω από 70 μονάδες, μετατρέποντας τα Ξενία σε ένα τεράστιο αρχιτεκτονικό εργαστήριο.

Εκεί, σπουδαίοι δημιουργοί όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης και ο Χαράλαμπος Σφαέλλος πάντρεψαν ιδανικά τις αυστηρές γραμμές του μοντερνισμού με το μοναδικό φυσικό ανάγλυφο της ελληνικής περιφέρειας, αφήνοντας μια κληρονομιά που σήμερα δείχνει πιο σύγχρονη και επίκαιρη από ποτέ.