γράφει η

Φωτεινή Δημίου

Ο εμβληματικός σιδηροδρομικός σταθμός της Δράμας είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της περιοχής, αφού αποτελούσε την ναυαρχίδα των σιδηροδρομικών σταθμών της εποχής του.

Από το 1896, που εγκαινιάστηκε από την εταιρεία «Ενωτικός Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης», η Δράμα συνδέθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα, την Ευρώπη και την Κωνσταντινούπολη. Ένα έργο διεθνούς εμβέλειας.

Ο σταθμός αυτός υπήρξε σύμβολο εξωστρέφειας, ανάπτυξης και πολιτισμού μιας πόλης που ήταν συνδεδεμένη με την Ευρώπη, μιας πόλης με αστική ποιότητα και πολιτισμό, με επιφανή ρόλο και σημασία. Και όμως, σήμερα, ο ίδιος αυτός σταθμός, στην ίδια αυτή πόλη κλείνει οριστικά, όχι λόγω φθορών, αλλά από πολιτική αδιαφορία και απαξίωση.

Το νεοκλασικό κτίριο του σταθμού, με γαλλική αισθητική και δεμένο με την τοπική κουλτούρα, παραμένει μέχρι και σήμερα απίστευτα καλοσυντηρημένο, σχεδόν αναλλοίωτο στον χρόνο.

Αποθήκες, μηχανοστάσιο, βοηθητικά κτίρια και υπαίθριοι χώροι κουβαλούν ακόμη την αύρα μιας εποχής όπου ο σιδηρόδρομος ήταν πρόοδος, ανάπτυξη, εξωστρέφεια. Από τον σταθμό της Δράμας πέρασαν γενιές ανθρώπων, στρατός, εργάτες, έμποροι, επιχειρηματίες, ταξιδιώτες, εμπορεύματα, όνειρα.

Η Δράμα εκείνης της εποχής δεν ήταν στην απ’ έξω, δεν ήταν επαρχία αποκομμένη, αλλά κόμβος που συμμετείχε ενεργά στην οικονομία και στον πολιτισμό μιας ευρύτερης περιοχής και ήταν σημαντικό αστικό κέντρο διέλευσης.

Το πιο εξοργιστικό όμως είναι, ότι ενώ το κράτος γύρισε αδιάφορα και απαξιωτικά το κεφάλι, η ιδιωτική πρωτοβουλία από πολίτες της Δράμας, στάθηκε υψηλότερη των περιστάσεων.

Προκειμένου να συντηρήσουν μνήμες ενός αιώνα άσβεστες, φίλοι των σιδηροδρόμων μαζί με τον Μορφωτικό Εκπολιτιστικό Αθλητικό Σύλλογο «ΗΦΑΙΣΤΟΣ» φρόντισαν να συντηρήσουν και να διατηρήσουν αλώβητα πολλά αντικείμενα ιστορικής αξίας και να τα εκθέσουν στο Μουσείο Τρένων Δράμας, αναβιώνοντας χιλιάδες αναμνήσεις για τους παλαιότερους και διδάσκοντας ιστορία στους νεότερους.

Ένα μέρος του κτιρίου του σιδηροδρομικού σταθμού της Δράμας από το 2021 μετατράπηκε σε εστιατόριο με το όνομα «Καρβουνιάρης», θυμίζοντας τα τρένα των νυχτερινών δρομολογίων και δίνοντας λίγη ζωή στον σταθμό, έστω και στατικά, δίπλα στις ράγες.

Οι χώροι του σταθμού, που με ιδιωτική πρωτοβουλία από Δραμινούς πολίτες μετατράπηκαν σε ζωντανά σημεία συνάντησης, είναι μια αυθόρμητη και ανθρώπινη απάντηση στην εγκατάλειψη του σταθμού.

Στην χρόνια συστηματική απαξίωση, που μοιάζει σχεδόν εκδικητική, από την κεντρική πολιτική ηγεσία που αντιμετώπισε τη Δράμα σαν υποσημείωση, σαν περιττό βάρος στον χάρτη.

Χωρίς εξηγήσεις, χωρίς σχέδιο, χωρίς καν τον στοιχειώδη σεβασμό να ειπωθεί η αλήθεια στους πολίτες. Και η τοπική αυτοδιοίκηση, αντί να συγκρουστεί, να απαιτήσει, να υπερασπιστεί την πόλη της, προτίμησε τη σιωπή.

Μια σιωπή τόσο ουδέτερη που καταλήγει να είναι συνενοχή. Δεν το χωράει ο νους μας, ότι σήμερα, αυτός ο σταθμός κλείνει επίσημα και οριστικά. Και άντε να πεις ότι κλείνει γιατί κατέρρευσε, γιατί δεν μπορεί να λειτουργήσει, κλείνει επειδή εγκαταλείφθηκε και κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη.

Η κεντρική διοίκηση που επί δεκαετίες απογύμνωσε τον σιδηρόδρομο στη Βόρεια Ελλάδα, και η τοπική αυτοδιοίκηση που αρκέστηκε σε ρόλο κομπάρσου, χωρίς σχέδιο, χωρίς πίεση, χωρίς σύγκρουση. Έτσι, η Δράμα κατέληξε η μοναδική μεγάλη πόλη εκτός σιδηροδρομικού χάρτη και μάλιστα από επιλογή.

Το οριστικό κλείσιμο του σταθμού της Δράμας δεν καταλογίζεται μόνο ως συγκοινωνιακή υποβάθμιση, αλλά και ως πολιτισμική ήττα.

Η ζωντανή απόδειξη ότι η ιστορία μπορεί να διατηρείται στα κτίρια, αλλά να ακυρώνεται στις αποφάσεις.

Οι ράγες υπάρχουν, οι κτιριακές εγκαταστάσεις αντέχουν, οι μνήμες στοιχειώνουν και όμως αυτό που απουσιάζει είναι η πολιτική βούληση. Και αυτή, όσο δεν κατονομάζεται και όσο δεν αποδίδονται ευθύνες με αντίκρισμα την πολιτική τους ήττα, θα συνεχίσει να στοιχίζει στους πολίτες που έμαθαν να υπομένουν στωικά, κουνώντας το μαντήλι στα τρένα που φεύγουν και δεν πρόλαβαν να «πιάσουν».

*Οι φωτογραφίες έχουν δημοσιευτεί στην ομάδα “Άνθρωποι της Δράμας” στο facebook.